βραχυκατάληκτος

βρᾰχῠ-κατάληκτος, ον,
A ending in a short syllable, A.D.Pron.50.24, Arc.192.20. Adv. -τως f.l. for -παραλήκτως (q. v.), Sch.Ar.Pl.1057, = Suid. s.v. παιδιά.
II β. μέτρον, short by a foot, Heph.4.4, Aristid.Quint. 1.23:—hence [suff] βρᾰχῠ-καταληκτέω, to end so, Sch.Ar.Ra.317:—Subst. [suff] βρᾰχῠ-καταληξία, , such an ending, Heph. Poëm.5.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βραχυκατάληκτος — ending in a short syllable masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυκατάληκτος — η, ο (ΑΜ βραχυκατάληκτος, ον) νεοελλ. (για λέξη) αυτή που λήγει σε βραχεία συλλαβή (αρχ. μσν.) (για μέτρο ή στίχο) αυτός που είναι ελλιπής κατά τον τελευταίο πόδα …   Dictionary of Greek

  • βραχυκατάληκτος — η, ο (γραμμ.), αυτός που τελειώνει με βραχύχρονη συλλαβή: Στη γλώσσα μας βραχυκατάληκτα είναι τα ουδέτερα ουσιαστικά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βραχυκαταλήκτως — βραχυκατάληκτος ending in a short syllable adverbial βραχυκατάληκτος ending in a short syllable masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυκατάληκτον — βραχυκατάληκτος ending in a short syllable masc/fem acc sg βραχυκατάληκτος ending in a short syllable neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυκαταλήκτοις — βραχυκατάληκτος ending in a short syllable masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυκαταλήκτου — βραχυκατάληκτος ending in a short syllable masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυκαταλήκτων — βραχυκατάληκτος ending in a short syllable masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυκαταλήκτῳ — βραχυκατάληκτος ending in a short syllable masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυκατάληκτα — βραχυκατάληκτος ending in a short syllable neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυκατάληκτοι — βραχυκατάληκτος ending in a short syllable masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.